May 25, 2020

ΔΙΑΘΛΑΣΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ

Διαθλαστική Χειρουργική. Ενδείξεις και Αντενδείξεις.

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που ως νέος Οφθαλμίατρος είχα την τύχη να βρεθώ μπροστά σε καινοτόμα επιστημονικά επιτεύγματα της Οφθαλμολογίας που θα άλλαζαν άρδην τα μέχρι τότε δεδομένα και την τύχη εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για την εκρηκτική ανάπτυξη της διαθλαστικής χειρουργικής με τη χρήση του Excimer Laser και τη αλλαγή στη χειρουργική του καταρράκτη με τη εμφάνιση της φακοθρυψίας. Οι διαθλαστικές επεμβάσεις πλέον είναι πολύ ασφαλείς με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας και έχουν βοηθήσει εκατομμύρια ανθρώπων να απαλλαγούν από τα γυαλιά τους και να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους.

Στη χώρα μας-που ήταν από τις πρωτοπόρες στη χρήση των νέων αυτών τεχνολογιών-υπολογίζεται ότι πραγματοποιούνται περίπου 18.000 διαθλαστικές επεμβάσεις ετησίως . Οι πιο δημοφιλείς διαθλαστικές επεμβάσεις με τις οποίες θα ασχοληθούμε είναι η PRK (photorefractive keratectomy) και η LASIK (laser in situ keratomileusis) ,οι οποίες γίνονται στο επίπεδο του κερατοειδούς του οφθαλμού με τη βοήθεια του excimer laser.Υπάρχουν και άλλες διαθλαστικές επεμβάσεις που χρησιμοποιούνται σε μικρότερη κλίμακα και αποτελούν εναλλακτικές θεραπείες στις περιπτώσεις που δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν η PRK και η LASIK.

Τέτοιες διαθλαστικές επεμβάσεις είναι οι αστιγματικές κερατοτομές, οι ενθέσεις ενδοκερατικών ενθεμάτων (ICLs,ICR), η χρήση ενδοφθάλμιων φακικών ενδοφακών(ICL) καθώς και η διαθλαστική αλλαγή του κρυσταλλοειδούς φακού (Refractive lens Exchange-RLE) με τη χρήση ενδοφακών. Για να διασφαλισθεί η καλή έκβαση αυτών των επεμβάσεων θα πρέπει αφ΄ενός να ακολουθούμε την εξέλιξη της τεχνολογίας με την χρήση νέων μηχανημάτων και εισαγωγή νέων τεχνολογιών και αφ΄ετέρου να τηρούνται πολύ αυστηροί κανόνες επιλογής των υποψηφίων ατόμων για τη διενέργεια των διαθλαστικών αυτών επεμβάσεων.

Υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό 30% των υποψηφίων που ενδιαφέρονται για να υποβληθούν σε διαθλαστική επέμβαση, απορρίπτονται διότι δεν εκπληρώνουν τα κριτήρια που χρειάζονται για να πραγματοποιηθούν με ασφάλεια αυτές οι επεμβάσεις. Για να γίνει με ασφάλεια μια διαθλαστική επέμβαση θα πρέπει να έχουμε σταθεροποίηση της αμετρωπίας (μυωπίας, υπερμετρωπίας, αστιγματισμού) τουλάχιστον για 2 χρόνια.

Επομένως άτομα κάτω των 18 ετών θα πρέπει να αποκλείονται. Επίσης η εγκυμοσύνη και ο θηλασμός δημιουργούν αστάθεια στη διάθλαση και διαταραχές στην επούλωση και αποτελούν απόλυτη αντένδειξη. Ο αρρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να δημιουργήσει είτε αλλαγές στη διάθλαση είτε να επηρεάσει τη μετεγχειρητική επούλωση οπότε επίσης αποτελεί απόλυτη αντένδειξη. Άτομα που πάσχουν από αυτοάνοσα νοσήματα (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτις) ,νόσους του κολλαγόνου (π.χ. συστηματικός ερυθηματώδης λύκος) ,ανοσοανεπάρκειες (π.χ. AIDS) , χρήστες ορισμένων φαρμάκων (π.χ. στεροειδή, αμιοδαρόνη (angoron) ισοτιτρενοιν(roaccutan)κ.ά.) θα πρέπει να αποκλείονται.

Σε άτομα επίσης που ασχολούνται με πολεμικές τέχνες και αθλήματα, που έχουν αυξημένες πιθανότητες τραυματισμών θα πρέπει να αποφεύγεται η διενέργεια διαθλαστικών επεμβάσεων. Απο τις οφθαλμολογικές παθήσεις η παρουσία συνδρόμου ξηροφθαλμίας είναι μια συχνή αιτία αποκλεισμού όπως επίσης και η παρουσία γλαυκώματος, οι διαταραχές της ωχράς κηλίδος ,ή βαρειάς μορφής βλεφαρίτις και η ροδόχρους ακμή, καθώς και η χρόνια ραγοειδίτις αποτελούν απολύτες αντενδείξεις.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε άτομα με ευρεία κόρη των οφθαλμών τους διότι μετεγχειρητικά μπορεί να παρουσιαστούν πολύ ενοχλητικά οπτικά φαινόμενα που δυστυχώς είναι μόνιμα και μη αναστρέψιμα. Εννοείτε βέβαια ότι οποιαδήποτε οφθαλμολογική φλεγμονή ή μόλυνση θα πρέπει πρώτα να θεραπεύεται και μετά μεγάλο χρονικό διάστημα και επί απουσίας υποτροπής να αποφασίζεται η διαθλαστική επέμβαση. Τέλος επειδή οι επεμβάσεις αυτές γίνονται στο επίπεδο του κερατοειδούς του οφθαλμού ,οι διαταραχές του κερατοειδούς αποτελούν και τη συχνότερη αιτία αποκλεισμού μιας διαθλαστικής επέμβασης. Άτομα με λεπτούς κερατοειδείς με πάχος μικρότερο των 500μm θα πρέπει να αποκλείονται. Ο κερατόκωνος αποτελεί απόλυτη αντένδειξη.

Επίσης θα πρέπει να γίνεται προσεκτική διερεύνηση για την πιθανότητα υποκλινικού κερατοκώνου(form fruste keratoconus) ο οποίος μπορεί να μας διαφύγει με αποτέλεσμα την πλήρη αποδιοργάνωση του κερατοειδούς μετά από μία διαθλαστική επέμβαση. Ακόμη η παρούσια ανώμαλου αστιγματισμού οποιασδήποτε αιτιολογίας θα πρέπει να αποτελεί αντένδειξη. Η δυστροφία της βασικής μεμβράνης του επιθηλίου του κερατοειδούς και η υποτροπιάζουσες αποπτώσεις του επιθηλίου επίσης αποτελούν αντένδειξη κυρίως για τη διενέργεια LASIK ,ενώ σε ιστορικό ερπητικής κερατίτιδας θα πρέπει να έχουν περάσει τουλάχιστον 2 χρόνια από την τελευταία υποτροπή για να επιχειρηθεί διαθλαστική επέμβαση με παράλληλη αντιερπητική φαρμακευτική κάλυψη μετεγχειρητικά.

Φυσικά οποιαδήποτε παρουσία άτονου ή ενεργού έλκους του κερατοειδούς αποτελεί απόλυτη αντένδειξη όπως και διαταραχές του ενδοθηλίου του κερατοειδούς τα κύτταρα του οποίου θα πρέπει να είναι τουλάχιστον πάνω από 1500 για να επιχειρηθεί με ασφάλεια μια διαθλαστική επέμβαση.

Συμερασματικά οι διαθλαστικές επεμβάσεις είναι πλέον πολύ ασφαλείς επεμβάσεις με πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας εφ΄όσον όμως τηρούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας και γίνονται από εξειδικευμένους διαθλαστικούς χειρουργούς. Ένας δε παραπάνω λόγος που θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και αυστηροί στις επεμβάσεις αυτές, είναι γιατί αφορούν συνήθως νέους ανθρώπους καθ΄ όλα υγιείς που θέλουν να απαλλαγούν από τα γυαλιά η τους φακούς επαφής τους.